Κοπιράϊτ
Παρά το γεγονός ότι η "πνευματική ιδιοκτησία" ακούγεται περίπλοκη ως έννοια, στην πραγματικότητα είναι ένα θέμα που χρειάζεται αποτελεσματική αντιμετώπιση. Η Πνευματική Ιδιοκτησία μπορεί να χωριστεί σε δύο περιοχές: τη βιομηχανική ιδιοκτησία, η οποία μπορεί να οριστεί από μια συγκεκριμένη βιομηχανική διαδικασία, μέχρι συγκεκριμένα σχέδια για κάποιο έργο ή κάποια χημική φόρμουλα καθώς και πνευματικά δικαιώματα, που συμπεριλαμβάνουν λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές εργασίες όπως διηγήματα, ταινίες και μουσική. Εν συντομία, η πνευματική ιδιοκτησία υποδηλώνει την τεχνογνωσία μιας εταιρείας ή ενός ατόμου ("πνευματικές δημιουργίες") σε διαφορετικές περιοχές. Για τη διάκριση αυτών των περιοχών, δημιουργήθηκαν 4 κατηγορίες: διπλώματα ευρεσιτεχνίας (αυτό σημαίνει ότι κανείς άλλος εκτός από τον εφευρέτη, δεν μπορεί να παράγει ένα δεδομένο προϊόν σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα), εμπορικά σήματα (ένα όνομα, μια φράση, ήχος ή σύμβολο που χρησιμοποιείται για ένα προϊόν), πνευματικά δικαιώματα (νόμοι που προστατεύουν γραπτές ή καλλιτεχνικές εκφράσεις) και εμπορικά μυστικά (τύπος, προσχέδιο ή συσκευή που δίνουν στον κάτοχό τους πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους).
Οι Ευρωπαϊκοί νόμοι που αφορούν την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας σχετίζονται άμεσα με την καλή λειτουργία της Ενιαίας Ευρωπαϊκής αγοράς. Όπως και σε άλλους τομείς, η Ε.Ε. προσπαθεί να συντονίσει τους εθνικούς νόμους, για να επιτύχει μια ομοιόμορφη (ομογενή) προστασία σε όλα τα κράτη μέλη και στις χώρες της Ευρωπαϊκής οικονομικής περιοχής (Ισλανδία, Λιχτενστάιν και Νορβηγία). Με την παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας, η Ε.Ε. δημιουργεί το απαραίτητο περιβάλλον για καινοτομία και δημιουργικότητα και παρέχει στους καταναλωτές ευρύτερη επιλογή και υψηλότερη ποιότητα αγαθών.
Ο τομέας της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, διέπεται από ένα αριθμό διεθνών συμβάσεων. Οι κυριότεροι παράγοντες είναι η Παγκόσμια Οργάνωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO) και πιο πρόσφατα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO). Ωστόσο, η Ε.Ε. έχει δημιουργήσει επίσης ένα σύνολο από νόμους, για να έχει μια αποτελεσματικότερη προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Περισσότερη έμφαση από την Ε.Ε., δόθηκε αρχικά στα εμπορικά σήματα. Ένας από τους στόχους ήταν η καθιέρωση ενός κοινοτικού εμπορικού σήματος, ενώ ένας άλλος στόχος ήταν η εναρμόνιση των νόμων με τα εθνικά εμπορικά σήματα. Με την επανεξέταση του νόμου του 2004 προέκυψε ότι ο ιδιοκτήτης ενός κοινοτικού σήματος, έχει το δικαίωμα να προωθήσει τα προϊόντα του στην επικράτεια της κοινότητας. Επιπλέον, δημιουργήθηκε ένας ειδικός οργανισμός για την παροχή συμβουλών και την τακτοποίηση πιθανών αμφιλεγόμενων ζητημάτων: το γραφείο για την εναρμόνιση της εσωτερικής αγοράς (OHIM). Μια παρόμοια προσέγγιση έγινε και για τα σχέδια. Οι εθνικοί νόμοι εναρμονίστηκαν και το καθεστώς του κοινοτικού σχεδίου καθιερώθηκε το 2001.
Επίσης για τον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και των πνευματικών δικαιωμάτων η Ε.Ε. έχει θεσπίσει κάποιους σημαντικούς νόμους. Στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας οι 2 συνθήκες είναι οι πιο σημαντικές. Η πρώτη σύμβαση, η συνθήκη του Μονάχου για το Ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, χρονολογείται από το 1973 (υπογράφηκε από κράτη-μέλη καθώς και από χώρες που βρίσκονται στη γεωγραφική επικράτεια της Ευρώπης αλλά δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή κοινότητα), και δίνει τη δυνατότητα απόκτησης των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας με μια απλή αίτηση στο Ευρωπαϊκό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η δεύτερη συνθήκη, η συνθήκη του Λουξεμβούργου, υπογράφηκε το 1975 και τροποποιήθηκε το 1989. Στοχεύει σε ένα ενιαίο αποτέλεσμα στα Ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σε όλη την κοινοτική επικράτεια. Το 2000, υιοθετήθηκε μια πρόταση για έναν καινούριο νόμο, με στόχο τη δημιουργία ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Με την προσφορά του κατάλληλου νομικού πλαισίου συμπεριλαμβανομένου ενός ενιαίου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, για όλη την κοινότητα, το προσδοκώμενο είναι ότι αυτό θα καταστήσει δυνατό για την Ευρώπη, να επιτύχει και να επωφεληθεί από την έρευνα και τη σύγχρονη γνώση, και να συμπορευτεί τις Η.Π.Α. και την Ιαπωνία.
Στον τομέα των πνευματικών δικαιωμάτων και των σχετικών δικαιωμάτων αυτού, η πρώτη δράση έγινε το 1986 όπου υιοθετήθηκε μια οδηγία, η οποία πραγματευόταν μόνο μια συγκεκριμένη μερίδα αγαθών. Από τότε, οι προσπάθειες και οι αποφάσεις, έχουν επικεντρωθεί κυρίως στη νομική προστασία των προγραμμάτων των υπολογιστών και των βάσεων δεδομένων, δορυφορικών αναμεταδόσεων και των καλωδιακών μεταδόσεων, δικαιωμάτων εκμίσθωσης και δικαιωμάτων παραχώρησης χρήσης έναντι μισθώματος. Ωστόσο, υπήρξε μια σημαντική ανάπτυξη το 2001 μιας και υιοθετήθηκε η οδηγία για τα πνευματικά και σχετικά δικαιώματα από την κοινωνία της πληροφορίας. Ο στόχος της οδηγίας ήταν να προσαρμόσει τη νομοθεσία για τα πνευματικά και συναφή δικαιώματα, που σχετιζόταν με τα τεχνολογικά επιτεύγματα της "κοινωνίας της πληροφορίας" που σαν αποτέλεσμα είχαν τη δημιουργία τριών περιοχών μεγάλου ενδιαφέροντος: τα δικαιώματα αναπαραγωγής, τα δικαιώματα επικοινωνίας και τα δικαιώματα διανομής.
Τα προβλήματα πειρατείας και πλαστογράφησης, εμφανίζονται όλο και πιο συχνά, μιας και η κοινωνία της πληροφορίας αναπτύχθηκε. Η Ε.Ε. κάνει σημαντικές προσπάθειες σε αυτή την περιοχή, για να μειώσει και ενδεχομένως να ξεπεράσει αυτά τα προβλήματα. Η πιο πρόσφατη πρωτοβουλία ήταν η οδηγία για την εφαρμογή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (2004).