Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ίσως την πιο εκτενή νομοθεσία για θέματα ενάντια στις διακρίσεις σε όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης του Άμστερνταμ η Ευρωπαϊκή Ένωση «ιδρύεται με βάση τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών αρχών ελευθερίας οι οποίες είναι κοινές σε όλα τα κράτη μέλη». Το 1997, τα κράτη μέλη ενίσχυσαν την ικανότητα της ένωσης για την υποστήριξη αυτών των αρχών με την εισαγωγή του άρθρου 13, το οποίο παρείχε στην Κοινότητα την ικανότητα «να λάβει κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, τη θρησκεία ή τα πιστεύω, την αναπηρία, την ηλικία ή το σεξουαλικό προσανατολισμό». Την εισαγωγή του άρθρου 13 ακολούθησε άμεσα η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενός «πακέτου ενάντια στις διακρίσεις», το οποίο περιλάμβανε το πρόγραμμα κοινοτικής δράσης για την καταπολέμηση των διακρίσεων, των φυλετικών ανισοτήτων και των ανισοτήτων στην απασχόληση. Αυτές οι οδηγίες, που εκδόθηκαν το 2000, απαγορεύουν τη διάκριση, την παρενόχληση και την άνιση μεταχείριση στην εργασία και την κατάρτιση στη βάση θρησκευτικών πεποιθήσεων, της αναπηρίας της ηλικίας και του σεξουαλικού προσανατολισμού. Απαγορεύουν επίσης τη διάκριση λόγω της φυλής ή της εθνικής προέλευσης, τόσο στην εργασία όσο και σε χώρους όπως η εκπαίδευση, η κοινωνική ασφάλιση και οι κοινωνικές παροχές, συμπεριλαμβανομένων της κατοίκησης και της υγείας και της πρόσβασης σε αγαθά και τις υπηρεσίες. Ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν ήδη νομοθεσία ενάντια στη διάκριση, οι νέοι νόμοι στοχεύουν στην καθιέρωση ενός συνεπούς συστήματος δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό υπονοεί ότι τα θύματα της διάκρισης, της παρενόχλησης ή της άνισης μεταχείρισης μπορούν τώρα να λάβουν δράση, και εκείνοι που εμπλέκονται σε πρακτικές διακρίσεων, μπορούν να λογοδοτήσουν, αν και ο τρόπος που θα γίνεται αυτό ποικίλει από χώρα σε χώρα. Οι δύο οδηγίες δεν καλύπτουν τη διάκριση στο θέμα του φύλου. Από το 1957, η συνθήκη ίδρυσης περιέχει απαγόρευση άνισης πληρωμής μεταξύ ανδρών και γυναικών, η οποία έχει αναθεωρηθεί με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Από το 1975, η ΕΕ έχει εκδώσει διάφορες οδηγίες για τις διακρίσεις λόγω φύλου και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει εκδώσει έναν μεγάλο αριθμό αποφάσεων για υποθέσεις διακρίσεων λόγω φύλου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρεται στις διακρίσεις λόγω φύλου ως «διάκριση γένους», και τις μεταχειρίζεται χωριστά από τις άλλες μορφές διάκρισης που διευκρινίζονται στις φυλετικές οδηγίες πλαισίου ισότητας και απασχόλησης. Πρόσφατα, η ΕΕ προώθησε το χάρτη για την ισότητα μεταξύ των γυναικών και των ανδρών το 2006-2010. Αυτός ο χάρτης περιγράφει έξι τομείς προτεραιότητας για τη δράση της ΕΕ στην ισότητα των φύλων: 1. Ίση οικονομική ανεξαρτησία για τις γυναίκες και τους άνδρες, 2. Συμφιλίωση της ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής, 3. Ίση αντιπροσώπευση στη λήψη αποφάσεων, 4. Εξάλειψη όλων των μορφών βίας βασισμένης στο φύλο, 5. Αποδέσμευση από τα στερεότυπα του γένους, 6. Προώθηση της ισότητας των φύλων στις πολιτικές για τα εξωτερικά θέματα και την ανάπτυξη. Αυτοί οι στόχοι στηρίζονται στην εμπειρία του «πλαισίου στρατηγικής για την ισότητα μεταξύ των γυναικών και των ανδρών» για την περίοδο 2001-2005. Ο χάρτης συνδυάζει μερικές νέες πρωτοβουλίες για την υποστήριξη των επιτυχημένων υφιστάμενων ενεργειών. Όλες οι ενέργειες θα ευθυγραμμιστούν με την ξεκάθαρη προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ισότητα των δύο φύλων που αποτελείται τόσο από ένταξή της σε όλες τις Ευρωπαϊκές πολιτικές και δραστηριότητες και από συγκεκριμένα μέτρα. Ενώ έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην ισότητα των δύο φύλων χάρη στη νομοθεσία, στην ένταξή της στο σύνολο των πολιτικών της Ένωσης και στα προγράμματα δράσης παρ' όλ' αυτά υπάρχει ακόμα μεγάλο περιθώριο για βελτίωση. Εξαρχής, η συνθήκη ίδρυσης περιλάμβανε τις διατάξεις που απαγορεύουν τη διάκριση με βάση την εθνικότητα και εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτές οι δυνατότητες έχουν ενισχυθεί από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (άρθρα 12 και 39). Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει αυτές τις δυνατότητες σε έναν μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Σχετικά με την αναπηρία, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει πρόσφατα μια στρατηγική η οποία στοχεύει στην ενσωμάτωση των ζητημάτων της αναπηρίας σε όλες τις σχετικές κοινοτικές πολιτικές και στην ανάπτυξη συγκεκριμένων ενεργειών στις κρίσιμες περιοχές για την ενίσχυση της ενσωμάτωσης των ατόμων με αναπηρία. Οι νόμοι πρέπει να γίνουν ευρέως γνωστοί και να εφαρμοστούν πλήρως προκειμένου να είναι απολύτως αποτελεσματικοί. Για αυτόν το σκοπό πρέπει να υποστηριχτούν από έναν σαφή πολιτικό προσδιορισμό, απολαμβάνοντας τη λαϊκή υποστήριξη. Έχοντας αυτό υπόψη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει το 2007 ως Ευρωπαϊκό έτος ίσων ευκαιριών για όλους. Η πρωτοβουλία αυτή θα προωθήσει την εκστρατεία για την καταπολέμηση των διακρίσεων και την παροχή ίσων ευκαιριών για όλους μεταφέροντας παράλληλα ένα θετικό μήνυμα για τη διαφορετικότητα. |