Ειρήνη
279 χρόνια μετά την "Ουτοπία" του Thomas Moore (1516), ο Γερμανός φιλόσοφος Immanuel Kant έγραψε το "δοκίμιο" για τη διαρκή ειρήνη (1795). Η εργασία του εξ' αρχής φαινόταν καταδικασμένη να παραμείνει ουτοπική στο πέρασμα του χρόνου. Άλλωστε αυτό ενισχυόταν και από τη Ρωμαϊκή ρήση "Si vis pacem, para bellum" (εάν επιθυμείς ειρήνη, ετοιμάσου για πόλεμο), καθώς και από την εμπειρία των αναρίθμητων πολέμων που ταλαιπώρησαν την Ευρώπη, τόσο στον καιρό του όσο και από αυτούς που επρόκειτο να ακολουθήσουν τον 19o και 20ο αιώνα. Οι συγκρούσεις αυτές γνώρισαν το αποκορύφωμα στους δύο παγκοσμίους πολέμους με πρωτόγνωρους αριθμούς θυμάτων καθώς και στη μεθοδευμένη συστηματική εξόντωση των αποκαλούμενων "κατώτερων φυλών" μεταξύ 1940-1945.
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μερικοί πολιτικοί με όραμα, αποφάσισαν ότι είχε έρθει η στιγμή για τη συμφιλίωση των δύο αιωνίων αντιπάλων (Γαλλίας και Γερμανίας), μέσω της διασύνδεσης των βιομηχανιών άνθρακα και χάλυβα. Αυτή η μη αναμενόμενη συμμαχία είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της πρώτης Ευρωπαϊκής κοινότητας (ΕΚΑΧ) και έβαλε τα θεμέλια για μια διαρκή ειρήνη μεταξύ των κρατών μελών. Καθιστώντας τις συγκρούσεις αδύνατες καθώς θα υπήρχε αμοιβαία καταστροφικό αποτέλεσμα. Αυτό που μέχρι τότε ήταν άπιαστο όνειρο, ένας ιερός όρκος έρχονταν αντιμέτωπος με την Ρεαλιστική πολιτική, η οποία ποτέ δεν έπαψε να επικρατεί στην εξωτερική πολιτική των ηγεμονικών κρατών-μελών που αποτελούσαν την Ευρώπη, έχει γίνει από τότε μια ανεκτίμητη κατάκτηση χωρίς να συμβαίνει το ίδιο και στον υπόλοιπο κόσμο.
Και αν το μόνο κατόρθωμα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση) ήταν η διαρκής ειρήνη ανάμεσα στα κράτη-μέλη της, αυτό ήταν υπεραρκετό για να δικαιολογήσει το λόγο ύπαρξής της. Πρέπει να αναπολήσουμε έντονα τον 20ο αιώνα, για να καταλάβουμε πόσο απίθανο φαινόταν κάτι τέτοιο το 1950, μόλις 5 χρόνια μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Και θα πάρει μεγάλες προσπάθειες ακόμα για να περαστεί το μήνυμα στις επόμενες γενιές.
Ειρήνη στον κόσμο
Η Ε.Ε. δεν μπορεί να είναι ολοκληρωτικά ικανοποιημένη με την εσωτερική ειρήνη, ειδικότερα σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία όπου ο πλανήτης γίνεται μια μικρότερη κοινότητα και κρίσεις που συμβαίνουν σε γεωγραφικά απομακρυσμένες περιοχές, δεν γίνεται να περάσουν απαρατήρητες. Γι' αυτό η Ε.Ε. κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες τα τελευταία 15 χρόνια, για να αναπτύξει τις πολιτικές της για την προώθηση της ειρήνης και της δημοκρατίας στον κόσμο, ενδυναμώνοντας έτσι τη διεθνή ασφάλεια. Οι διαμάχες που ξέσπασαν στην Ευρώπη, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, έπεισαν τους Ευρωπαίους ηγέτες για την ανάγκη μιας από κοινού δραστηριότητας. Σαν αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, η Ε.Ε. άρχισε να ασκεί επιρροή στο τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων και έγινε "βασικός παίκτης" σε θέματα διεθνούς ασφάλειας και σε παγκόσμια κλίμακα. Δεν είναι απλά μια κοινή διαπίστωση ότι η Ε.Ε. είναι παγκοσμίως ο μεγαλύτερος δωρητής βοήθειας και ανάπτυξης. Είναι υπεύθυνη για περισσότερη από τη μισή παρούσα επίσημη βοήθεια και ανάπτυξη στον κόσμο. Η Ε.Ε. δραστηριοποιείται σε όλες τις μεγάλες κρίσιμες ζώνες, συμπεριλαμβανομένου του Αφγανιστάν, των περιοχών της Παλαιστίνης, του Darfur, της δημοκρατίας του Κονγκό και του Horn of Africa (Κέρατο της Αφρικής) μεταξύ άλλων. Τα έργα της στον τομέα της πρόνοιας έχουν παγκόσμια κλίμακα, και συχνά περιλαμβάνουν περιοχές στις οποίες υπάρχει και είναι ξεχασμένες και δεν τις έχει εντοπίσει ακόμη ο φακός της κάμερας.
Πιο πρόσφατα ο αγώνας κατά της διεθνούς τρομοκρατίας, έχει ενισχύσει αυτή την πεποίθηση. Σε μια συνάντηση κορυφής το Δεκέμβριο του 2003, οι ηγέτες της Ε.Ε. υιοθέτησαν μια Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας. Εκεί αναγνωρίστηκε ότι οι πολίτες της Ευρώπης, και όχι μόνο, αντιμετωπίζουν 5 κύριες απειλές για την ασφάλεια: η τρομοκρατία, η παραγωγή των όπλων μαζικής καταστροφής, οι τοπικές διαμάχες σε γειτονικές χώρες (ειδικά στη Μέση Ανατολή), το οργανωμένο έγκλημα (διασυνοριακό λαθρεμπόριο ναρκωτικών, γυναικών, λαθρομεταναστών και όπλων) και η κατάρρευση της κρατικής κυριαρχίας η οποία μέσω του κενού εξουσίας που δημιουργείται αφήνει ελεύθερο πεδίο δράσης στο οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία. Κάθε είδος απειλής χρειάζεται και την κατάλληλη αντίδραση, συχνά απαιτείται διεθνής συνεργασία, αλλά η ικανότητα να αντιδράσεις κατάλληλα, εξαρτάται από την προθυμία των κρατών-μελών για συνεργασία έτσι ώστε να πετύχουν μια συνεκτική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική. Η πρόοδος στο πέρασμα του χρόνου ήταν αργή αλλά σταθερή. Η πρόοδος θα είναι μετά βίας αρκετή, εάν η Ε.Ε. δεν καταφέρει να έχει μια δυνατή, κοινή, εξωτερική πολιτική ασφαλείας.
Τα μαθήματα από τα Βαλκάνια
Η αρχή της κοινής εξωτερικής πολιτικής ασφάλειας, επισημοποιήθηκε το 1992 με τη συνθήκη του Μάαστριχ. Λίγους μήνες αργότερα, κηρύχθηκε πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Η Ε.Ε. προσπάθησε ανεπιτυχώς ως μεσάζων για να βρεθεί μια πολιτική λύση στην κρίση. Εφόσον η Ε.Ε. δεν είχε δικές της στρατιωτικές δυνάμεις, τα κράτη μέλη μπορούσαν να παρέμβουν μόνο ως μέλος των δυνάμεων των Η.Ε. και του ΝΑΤΟ, οι οποίες στάλθηκαν αργότερα στην περιοχή.
Τα μαθήματα από αυτή την εμπειρία δε χάθηκαν. Υπό το φως των Βαλκανικών πολέμων, και των διαμαχών στην Αφρική την δεκαετία του '90, η Ε.Ε. δημιούργησε μια Ευρωπαϊκή πολιτική ασφαλείας και άμυνας, μέσα στο γενικό πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής ασφαλείας.
Υπό την Ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, στρατιωτικές δυνάμεις και δυνάμεις της αστυνομίας, μπορούν να σταλούν στις περιοχές που έχουν κρίση, για τη διεξαγωγή ανθρωπιστικής βοήθειας, τη διατήρηση της ειρήνης, τη διαχείριση της κρίσης ακόμη και την ειρηνοποίηση. Η στρατιωτική δραστηριότητα, διεξάγεται από μια δύναμη γρήγορης αντίδρασης της Ε.Ε., χωριστή από το ΝΑΤΟ αλλά με πρόσβαση στους πόρους του.
Οι πρώτες αποστολές που διεξήχθησαν υπό την Ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, έγιναν στην πρώην Γιουγκοσλαβία, το σκηνικό νωρίτερων ανατροπών της Ε.Ε. Μια αστυνομική αποστολή της Ε.Ε., αντικατέστησε μια ομάδα εργασίας από αστυνομικούς υπαλλήλους των Η.Ε. στην Βοσνία και στην Ερζεγοβίνη τον Ιανουάριο του 2003, ενώ μια στρατιωτική δύναμη της Ε.Ε. αντικατέστησε δυνάμεις του ΝΑΤΟ στην FYROM 3 μήνες αργότερα.
Με το πέρασμα των χρόνων έγιναν προσπάθειες για τη βελτιστοποίηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της κοινής εξωτερικής πολιτικής ασφάλειας. Αλλά οι αποφάσεις κλειδιά, απαιτούν ακόμα ψηφοφορία, κάτι δύσκολο να επιτευχθεί γιατί εκεί που υπήρχαν 15 Ευρωπαϊκές χώρες, τώρα είναι ακόμα πιο δύσκολο με 27. Παρά τη δέσμευσή τους στην κοινή εξωτερική πολιτική ασφάλειας, οι κυβερνήσεις μέλη, μερικές φορές δυσκολεύονται να αλλάξουν τη δική τους εθνική πολιτική στο όνομα της αλληλεγγύης της Ε.Ε. Ο βαθμός δυσκολίας αυτού, φάνηκε από το βαθύ διχασμό ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά κράτη μέλη, την άνοιξη του 2003, εκεί που το Συμβούλιο Ασφαλείας των Η.Ε. έπρεπε να εγκρίνει τον καθοδηγούμενο από τις ΗΠΑ πόλεμο στο Ιράκ.