Όταν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου συνεδριάζει για να συζητήσει το μέλλον της οικονομίας του κόσμου, η Ευρώπη είναι τώρα ένας από τους κυρίαρχους παίκτες, που μιλά συνεκτικά για τα ζητήματα που μας επηρεάζουν και με το πλεονέκτημα μιας παγκόσμιας δύναμης που είναι τώρα ικανή να αντιμετωπίσει τις άλλες δυνάμεις. Ως ενιαία φωνή η ΕΕ αποφασίζει σχετικά με αυτό που θέλει να συμβεί σε παγκόσμιο επίπεδο και παρουσιάζει μια ενοποιημένη άποψη με το απαραίτητο οικονομικό υπόβαθρο για την υποστήριξή της. Στην πράξη, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέχει την υψηλότερη θέση στο εξωτερικό εμπόριο διενεργώντας το 20% εισαγωγών και εξαγωγών παγκοσμίως. Η απελευθέρωση του εμπορίου μεταξύ των μελών της ΕΕ υπήρξε το έναυσμα για την έναρξή της πριν 50 χρόνια. Η Κοινότητα είναι επομένως κύριος φορέας στις προσπάθειες της απελευθέρωσης του παγκόσμιου εμπορίου προς αμοιβαίο όφελος τόσο των πλούσιων όσο και των φτωχών χωρών. Η αύξηση του εμπορίου προωθεί την παγκόσμια ανάπτυξη δίνοντας μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογής προϊόντων στους καταναλωτές προς όφελος όλων. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των εισαγόμενων και των τοπικών προϊόντων μειώνει τις τιμές και αυξάνει την ποιότητα. Το ελεύθερο εμπόριο επιτρέπει στους ικανούς παραγωγούς το θεμιτό ανταγωνισμό με ανταγωνιστές τους από άλλες χώρες, των οποίων οι κυβερνήσεις υποχρεούνται να καταργήσουν τους δασμούς οι οποίοι προστατεύουν την εθνική παραγωγή. Ένας οικουμενικός παίκτης Η βασική φιλοσοφία της ΕΕ είναι το άνοιγμα της αγοράς στις εισαγωγές υποστηρίζοντας τους εμπόρους των κρατών μελών να πράξουν το ίδιο. Σημαντική είναι επίσης η απελευθέρωση της αγοράς των υπηρεσιών. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ανάγκη επιδότησης των αναπτυσσόμενων χωρών έτσι ώστε αυτές να ανοίξουν την αγορά τους με πιο αργά βήματα σε σχέση με τις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες και να βοηθηθούν για την ολοκληρωμένη ένταξή τους στο παγκόσμιο σύστημα εμπορίου. Η άρση των φραγμών στην απελευθέρωση του εμπορίου εντός της ΕΕ έχει συμβάλει σημαντικά στην ευημερία της και αυτό έχει ενισχύσει τη δέσμευσή της για τη παγκόσμια απελευθέρωση του εμπορίου. Καθώς τα κράτη μέλη της ΕΕ αφαίρεσαν τους δασμούς στο εμπόριο, ενοποίησαν επίσης τους δασμούς στα αγαθά που εισάγονται από το εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι τα προϊόντα έχουν τις ίδιες επιβαρύνσεις εάν εισαχθούν στην ΕΕ μέσω των λιμένων της Γένοβας ή του Αμβούργου. Κατά συνέπεια, ένα αυτοκίνητο από την Ιαπωνία που έχει τον δασμό εισαγωγής κατά την άφιξή του στη Γερμανία μπορεί να σταλεί στο Βέλγιο ή την Πολωνία και να πωληθεί εκεί με τον ίδιο τρόπο όπως ένα γερμανικό αυτοκίνητο. Κανέναν περαιτέρω δασμός δε χρεώνεται. Η δημιουργία ενός εναρμονισμένου κοινού εξωτερικού δασμολογίου (CET), σημαίνει ότι οι χώρες της ΕΕ έπρεπε να συμμετέχουν ως ενιαία ομάδα στις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις. Το εξωτερικό εμπόριο έγινε έτσι ένα από τα πρώτα εργαλεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης απαιτώντας από τα κράτη μέλη να συνενώσουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα. Μια σταθερή υποχρέωση Η ΕΕ μαζί με τους εμπορικούς εταίρους της είναι βασικός παράγοντας στους διαδοχικούς διεθνείς κύκλους των διαπραγματεύσεων απελευθέρωσης του εμπορίου. Ο πιο πρόσφατος είναι ο αναπτυξιακός κύκλος συζήτησης που άρχισε το 2001 στη Doha. Ο στόχος αυτών των κύκλων συζήτησης, οι οποίοι διοργανώνονται στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, είναι η μείωση των δασμών και η κατάργηση των εμποδίων στο παγκόσμιο εμπόριο. Μετά από τους προηγούμενους κύκλους, ο μέσος όρος των δασμών της ΕΕ στις βιομηχανικές εισαγωγές έχει μειωθεί τώρα σε 4%, από τους χαμηλότερους στον κόσμο. Η πρόοδος στον κύκλο της Doha είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Υπάρχουν έντονες και επίμονες διαφορές μεταξύ των πλούσιων και φτωχών χωρών σε διάφορα ζητήματα. Μερικά από αυτά είναι η πρόσβαση του ενός στις αγορές του άλλου και το μακρόχρονο ζήτημα των επιδοτήσεων των αγροτικών προϊόντων. Οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν το 2003, και παρά τις επίμονες προσπάθειες σε όλες τις πλευρές από τότε, η πρόοδος προς μια συνολική συμφωνία είναι αργή και δύσκολη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΕΕ έχει παραιτηθεί των προσπαθειών της. Οι κανονισμοί για το εμπόριο είναι πολυεθνικοί αλλά το εμπόριο αυτό καθ' αυτό είναι διμερές διεξαγόμενο μεταξύ αγοραστών και των πωλητών, εξαγωγέων και εισαγωγέων. Γι' αυτό η ΕΕ, εκτός από τη συμμετοχή της στον κύκλο της Doha και τους προηγούμενους κύκλους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, έχει αναπτύξει επίσης ένα δίκτυο διμερών εμπορικών συμφωνιών με χώρες και περιοχές σε όλο τον κόσμο. Έχει εμπορικές συμφωνίες με τις γειτονικές χώρες στη λεκάνη της Μεσογείου όσο και με τη Ρωσία και τις άλλες δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Όταν διευρύνθηκε από 15 σε 25 μέλη, η ΕΕ εκδήλωσε την πρόθεσή της να αναπτύξει ακόμα στενότερες εμπορικές σχέσεις και συνεργασίες με αυτές των γειτονικών χωρών. Ένας ευρύτερος κόσμος Η πολιτική της ΕΕ για το εμπόριο συνδέεται άμεσα με την αναπτυξιακή της πολιτική. Η Κοινότητα εφαρμόζει πολιτική εξάλειψης των δασμών ή περικοπής τους για τις εισαγωγές από τις αναπτυσσόμενες χώρες καθώς και για τις χώρες με οικονομία για μετάβαση σύμφωνα με το γενικότερο προτιμησιακό της σύστημα (GSP). Η προτιμησιακή αυτή επιλογή επιπλέον αφορά τις 49 φτωχότερες χώρες του πλανήτη, των οποίων οι εξαγωγές προς την Ευρώπη (με εξαίρεση τα οπτικά συστήματα) απολαμβάνουν την κατάργηση των δασμών για την είσοδό τους στην Ευρωπαϊκή αγορά σύμφωνα με ένα πρόγραμμα το οποίο ξεκίνησε το 2001. Η ΕΕ έχει αναπτύξει μια νέα στρατηγική εμπορίου και ανάπτυξης με 78 χώρες από την Αφρική τον Ειρηνικό και την Καραϊβική σκοπεύοντας στην υποβοήθησή τους για την ολοκληρωμένη ένταξή τους στην παγκόσμια οικονομία. Έχει επίσης μια εμπορική συμφωνία με τη Νότια Αφρική η οποία οδηγεί στην διμερή απελευθέρωση του εμπορίου και βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις για αντίστοιχη εμπορική συμφωνία με τις 6 χώρες που μετέχουν στο συμβούλιο συνεργασίας του Κόλπου (GCC) - Μπαχρέιν, Κουβέιτ, Ομάν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η ΕΕ έχει τις συμφωνίες εμπορίου και σύνδεσης με το Μεξικό και τη Χιλή στη Λατινική Αμερική και έχει διαπραγματευτεί μια συμφωνία για την απελευθέρωση των εμπορικών σχέσεων με την ομάδα χωρών της MERCOSUR - Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη. Εντούτοις, δεν έχει συγκεκριμένες εμπορικές συμφωνίες με τους σημαντικούς εμπορικούς εταίρους μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία. Το εμπόριο μαζί τους αντιμετωπίζεται στα πλαίσια των μηχανισμών του ΠΟΕ, αν και η ΕΕ έχει πολλές συμφωνίες σε μεμονωμένους τομείς και με τις δύο χώρες. Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος του διμερούς εμπορίου (οι ΗΠΑ απορροφούν 24% των εξαγωγών της ΕΕ ενώ το μερίδιό τους στις εισαγωγές της ΕΕ ανέρχεται σε 18%), δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η συχνές συγκρούσεις τους. Ενώ ένας αριθμός των διαφωνιών επιλύεται διμερώς, άλλες επιλύονται ενώπιον των οργάνων διευθέτησης των διαφορών του ΠΟΕ. Αν και οι διαφωνίες αυτές αποτελούν συνήθως πρώτο τίτλο στις ειδήσεις στην πράξη αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 2% του συνολικού ισοζυγίου στο υπερατλαντικό εμπόριο. Οι συμφωνίες στα πλαίσια του ΠΟΕ εφαρμόζονται και στα πλαίσια των εμπορικών σχέσεων με την Κίνα η οποία προσχώρησε στον οργανισμό το 2001. Η Κίνα αυτή τη στιγμή αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο μετά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. |